Όταν το όνομά τους γίνεται σιωπή

Υπάρχει μια λεπτή, αλλά πολύ βαριά σιωπή που συχνά συνοδεύει το πένθος.

Είναι η σιωπή των άλλων.
Εκείνων που δεν ξέρουν τι να πουν.
Που φοβούνται μήπως σε πληγώσουν αν αναφέρουν το όνομα.
Που αλλάζουν θέμα την ώρα που εσύ μέσα σου φωνάζεις.

Κι έτσι, σιγά σιγά, το όνομα εκείνου/ης που αγαπήσαμε, θα αγαπάμε για πάντα και είναι για εμάς τόσο παρόν/ούσα στην ζωή μας, αρχίζει να χάνεται από τον κοινό λόγο.
Σαν να μην «χωράει» πια στον κόσμο των ζωντανών.

Κι όμως… μέσα μας συμβαίνει το αντίθετο.

Η ιστορία τους δεν φεύγει.
Ζει μέσα μας.
Πιέζει, ζητά χώρο, ζητά ανάσα.

Και τότε το πένθος γίνεται διπλό:
όχι μόνο η απώλεια,
αλλά και η μοναξιά της μη ειπωμένης αγάπης.

Ίσως εδώ υπάρχει μια δύσκολη, αλλά βαθιά θεραπευτική μετατόπιση.

Ίσως, πριν βιαστούμε να ερμηνεύσουμε τη σιωπή των άλλων,
να αξίζει να τη δούμε λίγο πιο προσεκτικά.

Γιατί ίσως δεν απομακρύνονται επειδή δεν νοιάζονται,
αλλά επειδή φοβούνται.
Μπορεί να έρχονται αντιμέτωποι με τους δικούς τους φόβους,
με απώλειες που δεν πενθήθηκαν,
με έναν πόνο που δεν έμαθαν ποτέ πώς να χωρούν.
Ίσως να μεγάλωσαν σε κόσμους όπου το πένθος ήταν σιωπηλό.
Και μπροστά μας… απλώς δεν ξέρουν πώς να σταθούν.

Και τότε,όσο δύσκολο κι αν είναι, σε όποιο στάδιο του πένθους μας και αν είμαστε,
εμείς καλούμαστε να βρούμε το θάρρος να διεκδικήσουμε.

Να πούμε:

«Μπορείς να τον/την αναφέρεις.»
«Θέλω να μιλάω για εκείνον/εκείνη.»
«Δεν με πληγώνει, με ανακουφίζει.»

Δεν είναι εύκολο.
Γιατί το πένθος από μόνο του είναι ήδη βαρύ.
Και όμως, μέσα σε αυτό το βαρύ τοπίο, υπάρχει χώρος για μια μικρή πράξη φροντίδας προς τον εαυτό μας:

να αρχίσουμε, σιγά σιγά, να λέμε τι έχουμε ανάγκη.

Να εκπαιδεύουμε, με τρυφερότητα, τους ανθρώπους μας.

Γιατί αυτή η επικοινωνία δεν είναι πολυτέλεια.

Είναι τρόπος να μην μείνει το πένθος κλεισμένο μέσα μας.
Είναι τρόπος να μη μετατραπεί η αγάπη σε παράπονο.
Να μη γίνει η απώλεια μια μοναχική εμπειρία που κουβαλιέται σιωπηλά.

Όσο μπορούμε, όχι τέλεια, όχι πάντα,
αλλά όσο μπορούμε,
να θυμόμαστε ότι έχουμε δικαίωμα:

να μιλάμε,
να θυμόμαστε,
να νιώθουμε.

Και να ζητάμε από τους άλλους να σταθούν εκεί μαζί μας. Να τιμήσουν την ιστορία των αγαπημένων μας και το ότι έζησαν.

Κι αν είσαι από την άλλη πλευρά, αν στέκεσαι δίπλα σε κάποιον που πενθεί,
μην φοβάσαι τόσο πολύ τη μνήμη.

Μην αποφεύγεις το όνομα.
Μην σωπαίνεις από φόβο.

Ρώτησέ μας.
Πες το όνομά τους.

Γιατί κάθε φορά που το κάνεις, δεν μας πληγώνεις περισσότερο,
μας βοηθάς να αναπνεύσουμε.

Με αγάπη,

Αναστασία

Μετάφραση εικόνας: Όταν χάνεις έναν αγαπημένο άνθρωπο,
η ιστορία του δεν εξαφανίζεται. Ζει μέσα σου, πιέζοντας τα πλευρά σου, περιμένοντας να πάρει ανάσα. Το να σε ρωτούν γι’ αυτόν δεν σε διαλύει. Σου επιτρέπει να αναπνεύσεις. (Jameson Arasi)

Previous
Previous

Όταν το σώμα πενθεί

Next
Next

Όταν το «συλλυπητήρια» γίνεται στήριξη